- μυροβρεχής
- -ής,-ές A 0-0-0-0-1=1 3 Mc 4,6wet with unguent (of hair); neol.аб
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
μυροβρεχῆ — μυροβρεχής wet with unguent neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) μυροβρεχής wet with unguent masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) μυροβρεχής wet with unguent masc/fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
мироуханный — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;} прил. (греч. μυροβρεχής) имеющий запах мира; помазанный… … Словарь церковнославянского языка
βρέχω — (AM βρέχω) 1. υγραίνω, μουσκεύω κάτι με νερό ή άλλο υγρό 2. (σε γ΄ πρόσ.) πέφτει βροχή («βρέχει», «βρέχει ο ουρανός», «ἔβρεξε Κύριος χάλαζαν, βροχήν») νεοελλ. 1. ραντίζω 2. πέφτω σαν βροχή 3. (για νήπια συνήθως) βρέχομαι κατουριέμαι 4. φρ. α)… … Dictionary of Greek
μυροβραχής — και μυροβρεχής, ές (Α) (ιδίως για τα μαλλιά) αυτός που είναι βρεγμένος, αρωματισμένος με μύρο («καὶ κόνει τὴν μυροβραχῆ πεφυρμέναι κόμην», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρον + βραχής / βρεχής (< βρέχω)] … Dictionary of Greek
ԻՒՂԱԹՈՒՐՄ — ( ) NBH 1 0874 Chronological Sequence: Early classical ա. μυροβρεχής unguento madens. իւով թրմել, տամկացեալ ներկեալ. *զիւղաթուրմ ցցունսն յանդգնեալ հոլանեալ՝ հող ʼի գլուխ տանէին. ՟Գ. Մակ. ՟Դ. 6 … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)